ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΣ ΤΟΥΣ

Όπως είναι φυσικό τα βράχια να κτυπιούνται από τα κύματα, έτσι και ο άνθρωπος οπωσδήποτε θα έλθει σε επαφή με τις προσβολές των λογισμών (Όσιος Εφραίμ ο Σύρος)

ΕΚΔΟΣΙΣ

ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

ΝΕΑ – ΣΚΗΤΗ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ανάμεσα στα προβλήματα πού αντιμετωπίζει ο άνθρωπος πού προσεύχεται, είναι και το πρόβλημα των λογισμών. Το βιβλιαράκι αυτό δεν αποτελεί μία εμπεριστατωμένη μελέτη στο σοβαρό αυτό θέμα των λογισμών είναι μία ομιλία πού έχει γίνει πριν από αρκετό καιρό. Εδώ παρουσιάζεται αρκετά βελτιωμένη χωρίς να έχει χάσει την αρχική της μορφή ως ομιλίας. Και επειδή πολλοί είναι αυτοί πού παλεύουν με τους αισχρούς λογισμούς και περισσότεροι αυτοί πού “τα χάνουν”, καταβάλλεται μία προσπάθεια να καταλάβη ο χριστιανός πού αγωνίζεται τι είναι οι λογισμοί, από που προέρχονται, ποια τα αποτελέσματα τους και πώς αντιμετωπίζονται. Αν από την μικρή αυτή εργασία κάποιος ωφεληθή, ας προσεύχεται για εκείνους πού κοπίασαν. Β. Ί.

1. Ο σκληρός πόλεμος

Πολλές φορές έχει λεχθή ότι η προσευχή γι’ αυτόν πού προσεύχεται είναι μία πράξις δυναμική, ωφέλιμη και θεάρεστη. Το πραγματικό αυτό γεγονός ερεθίζει τον διάβολο και τον κάνει να αντιμάχεται τον προσευχόμενο. Έτσι ο πιστός επιθυμώντας την ένωση του με τον Θεό, συναντά δαιμονικά εμπόδια οργανωμένα σε σύστημα και με φοβερά προγραμματισμένη επίθεσι. Εξ αίτιας αυτής της προγραμματισμένης επιθέσεως ή προσευχή γίνεται μία κοπιαστική πράξις και προξενεί κόπο μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη εργασία. Γι αυτό και τονίζει κάποιος από τους πατέρες της ερήμου: “Ουκ εστίν έτερος κάματος ως το εύξασθαι τω Θεώ΄ το εύξασθαι έως εσχάτης αναπνοής αγώνος χρήζει”" δηλαδή, δεν υπάρχει μεγαλύτερος κόπος από το να προσεύχεται κάποιος στον Θεό. Το να προσεύχεται κάποιος μέχρι την τελευταία του αναπνοή, χρειάζεται αγώνα. Δεν είναι μόνον η προσευχή πού κουράζει. Είναι κυρίως ο σκληρός και αδυσώπητος πόλεμος των δαιμόνων πού την κάνει περισσότερο κοπιαστική. Το μίσος, λοιπόν, των δαιμόνων εναντίον εκείνων πού προσεύχονται είναι δεδομένο. Υπάρχει πόλεμος των πονηρών δαιμόνων εναντίον τους σε δύο μορφές: στην ορατή και στην αόρατη, για αρχαρίους και τελείους. Στους αρχαρίους πολλές φορές χρησιμοποιεί και τον ορατό πόλεμο. Χρησιμοποιεί ήχο, αντικείμενα, προξενεί θορύβους για να μπόρεση να τους απόσπαση από την προσευχή. Αρχαρίους, όμως, και τελείους, πολεμά κυρίως με τους λογισμούς.

* * *

Έναν σκληρό, λοιπόν, αγώνα έχει αναλάβει οποίος έχει αρχίσει τον αγώνα εναντίον των λογισμών. Διότι οι λογισμοί είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο για την πνευματική του κατάρτισι και τελείωσι. Και η τελείωσις αυτή δεν επιτυγχάνεται αλλιώς, παρά μόνον με την συνεχή επίκληση του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Και μάλιστα τόσο συχνή πρέπει να είναι ώστε, όπως τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, “προτιμότερο είναι να μνημονεύη κανείς τον Θεό, παρά να αναπνέη”. Υπάρχει, όμως, ο εσωτερικός αυτός πόλεμος. Κανένας πόλεμος δεν είναι τόσο άγριος, όσο ένας παράλογος λογισμός, πού φωλιάζει στην ψυχή μας. Όλα, όσα προέρχονται από μέσα μας, είναι βαρύτερα από εκείνα πού μας προσβάλλουν από έξω. Το σκουλήκι, πού γεννιέται μέσα στο ξύλο, τρώει περισσότερο την ψύχα του ξύλου. Οι αρρώστιες, πού γεννιώνται από μέσα μας, είναι ύπουλες και προξενούν μεγαλύτερη καταστροφή από αυτήν πού προκαλούν τα εξωτερικά αίτια. Και τα κράτη δεν τα διέλυσαν τόσο οι εξωτερικοί εχθροί, όσο οι εσωτερικοί. Έτσι, λοιπόν, και την ψυχή δεν μπορούν να την καταστρέψουν τόσο τα μηχανήματα πού έρχονται από έξω, όσο τα νοσήματα πού φυτρώνουν μέσα μας, δηλαδή, οι αισχροί και οι βλάσφημοι λογισμοί. 2. Οι λογισμοί και η προέλευσή τους

Τι είναι οι λογισμοί και από που προέρχονται; Όταν λέμε λογισμούς, δεν εννοούμε απλώς τις σκέψεις, αλλά τις εικόνες και τις παραστάσεις κάτω από τις όποιες υπάρχουν κάθε φορά και οι κατάλληλες σκέψεις. Οι εικόνες, λοιπόν, μαζί με τις σκέψεις λέγονται λογισμοί. Πρώτη και κύρια αιτία των λογισμών στον άνθρωπο είναι το προπατορικό αμάρτημα. Μέχρι τότε ο νους του ανθρώπου ήταν “ενοειδής”, δηλαδή, δεν διεσπάτο σε άλλα πράγματα εκτός από τον Θεό. Από τη στιγμή του προπατορικού αμαρτήματος άρχισε να δουλεύη ο λογισμός της αμφισβητήσεως και στη συνέχεια όλοι οι άλλοι λογισμοί. Δεύτερη αιτία πού που προκαλεί τους λογισμούς στον άνθρωπο είναι τα αισθητήρια όργανα, όταν αυτά δεν κυβερνούνται από τον ηγεμόνα νου. Ιδιαίτερα η ακοή και η όραση. Σήμερα, μάλιστα, λόγω της τεχνολογίας οι αισθήσεις δέχονται πολύ περισσότερα ερεθίσματα από ό,τι παλαιότερα. Γι’ αυτό και ο αγώνας με τους λογισμούς είναι πιο έντονος. Τρίτη αιτία είναι τα πάθη τα οποία υπάρχουν στον άνθρωπο. Από αυτά οι δαίμονες “λαμβάνουσι τάς αφορμάς του κινείν εν ημίν τους εμπαθείς λογισμούς”. Δηλαδή, από αυτά παίρνουν αφορμή οι δαίμονες, για να κινήσουν εναντίον μας τους κακούς λογισμούς. Τέταρτη και βασικώτερη αίτια είναι οι δαίμονες. Τονίζει χαρακτηριστικά ο άγ. Γρηγόριος ο Σιναΐτης: “Οι λογισμοί λόγοι των δαιμόνων εισί και των παθών πρόδρομοι”· δηλαδή, οι λογισμοί είναι λόγια των δαιμόνων και πρόδρομοι των παθών. Ακόμη, τονίζει ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος, λογισμούς δημιουργεί και “το φυσικόν θέλημα” πού υπάρχει μέσα μας, αλλά και οι κλίσεις, οι ροπές πού έχει ή ψυχή μας. Ιδιαίτερα ο πόλεμος αυτός είναι έντονος στους μοναχούς, οι όποιοι πολλές φορές, έρχονται με τον δαίμονα σε πάλη σώμα προς σώμα κατά την έφοδο των πονηρών λογισμών. Γι΄ αυτό και τονίζει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, ότι ο πόλεμος αυτός είναι πολύ πιο δύσκολος από τον αισθητό πόλεμο “του δια των πραγμάτων πολέμου εστί χαλεπώτερος”. Ακόμη πονηροί λογισμοί μπορεί να παρουσιασθούν και από την κρασί του σώματος, αλλά και από την καθημερινή δίαιτα, καθώς και από τις κινήσεις της ίδιας της σάρκας. Από τις παραπάνω αιτίες προέρχονται οι αισχροί λογισμοί. 3. Πορεία προς τη χώρα της αμαρτίας

Η αμαρτία εξωτερικά μπορεί να φαίνεται ένα απλό γεγονός, όπως και ένα τροχαίο ατύχημα ή κάποιο άλλο γεγονός. Για την διάπραξι, όμως, του γεγονότος αυτού έχουν προηγηθεί αλλεπάλληλες διεργασίας. Για να γίνη ένας φόνος π.χ. έχουν προηγηθεί στον ανθρώπινο νου χιλιάδες σκέψεις και σχέδια. Ό ανθρώπινος νους μέχρι να φθάση στην διάπραξι του φόνου είχε γίνει ολόκληρο στρατηγείο. Έτσι συμβαίνει και με την διάπραξι της οποιασδήποτε αμαρτίας. Στο εργαστήρι πού λέγεται ανθρώπινος νους, έχει προηγηθή ολόκληρη μελέτη και επιχείρησα, χωρίς, μάλιστα να το αντιληφθή κανένας! Και η αρχή ξεκίνησε με έναν απλό λογισμό… Ας προχωρήσουμε, όμως, στον δρόμο για τη χώρα της αμαρτίας μετά την προσβολή ενός απλού λογισμού. Το να πέραση απλώς από το νου μας μία απλή σκέψις ή μία εικόνα δεν ευθυνόμαστε γι’ αυτό, ούτε και είναι δύσκολο να την αντιμετωπίσουμε. Από τη στιγμή, όμως, πού θα ανοίξουμε την πόρτα στη σκέψι αύτη και αρχίσουμε να συζητούμε, να σκεπτόμαστε το λογισμό αυτό, τότε ο λογισμός παίρνει μέρος μέσα μας και γίνεται ένας κυρίαρχος λογισμός. Ό λογισμός είναι κυρίως η πορεία προς την αμαρτία. Ας παρακολουθήσουμε για λίγο αυτήν την πορεία, πού είναι για μας ο,τι η πορεία και η εξέλιξις της νόσου στο ανθρώπινο σώμα. Και όπως, για να φθάση κάποιος στο νοσοκομείο, όπως αναφέραμε παραπάνω, έχουν προηγηθή διάφορες άλλες μεταβολές στον ανθρώπινο οργανισμό, έτσι και για να φθάση κάποιος στην διάπραξι της αμαρτίας, προηγήθηκε ένας μεγάλος πόλεμος, ένα πλήθος από μεταβολές στο εργαστήρι αυτό, πού λέγεται ανθρώπινος νους. Και όπως για τον τοκετό ενός παιδιού έχει προηγηθή ολόκληρη διεργασία, από την σύλληψι μέχρι την πολύμηνη κυοφορία, έτσι και για την αμαρτία προηγείται ένας πολύπλοκος μηχανισμός: ή σύλληψις των λογισμών, ή κυοφορία της αμαρτίας και ο τοκετός της. Ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης θεωρεί ότι ο λογισμός είναι ή αρχή, το κέντρο, η ρίζα από όπου αναφύονται ο κορμός, τα κλαδιά και ολόκληρο το δένδρο της αμαρτίας. Το κακό αρχίζει από τον πρώτο λογισμό και στη συνέχεια επιτείνεται. Όταν κάποιος ρίξη μία πέτρα μέσα στο πηγάδι, ο κυματισμός από την πτώσι της δημιουργεί στην αρχή ένα μικρό κύκλο, ο μικρός κύκλος στη συνέχεια δημιουργεί άλλον μεγαλύτερο, εκείνος μεγαλύτερο, μέχρι πού το κύμα φθάση στα τοιχώματα. Έτσι γίνεται και με την αμαρτία. Πριν από την εκτέλεσί της προηγούνται αλλεπάλληλοι μηχανισμοί και διεργασίες, πού ο ένας ακολουθεί τον άλλον. 4. Τα στάδια της αμαρτίας

Έ τσι μπορούμε να διακρίνουμε τρία στάδια για την πορεία προς τη χώρα της αμαρτίας: α) την προσβολή, β) τη συγκατάθεσι και γ) την αιχμαλωσία. Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός αυτός; Λειτουργεί ως έξης: Κάποιος πονηρός λογισμός (κενοδοξίας, φιλαργυρίας, κατακρίσεως, κ.λ.π.) εισέρχεται στο νου του ανθρώπου. Ό πειρασμός εργάζεται με την φαντασία. Παρουσιάζει την υπόθεση όσο πιο ελκυστική μπορεί. Έτσι η προσβολή γίνεται πιο ελκυστική και δυνατή. Μέχρι το σημείο αυτό ο άνθρωπος είναι ανεύθυνος. Είναι το πρώτο στάδιο, μία προσβολή, μία επίθεσις του εχθρού ή πιο άπλα το κτύπημα της πόρτας. Η κατάστασις είναι φυσιολογική. Είναι αδύνατον να ύπαρξη άνθρωπος, πού να μην δεχθή την προσβολή. Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος έλεγε ότι όπως μέσα στον κήπο κατά φυσιολογικό τρόπο φυτρώνει μαζί με τα φυτά και η αγριάδα ή όπως τα νησιά κτυπιούνται γύρω - γύρω από τα κύματα, έτσι και ο άνθρωπος οπωσδήποτε θα έλθη σε επαφή με τις προσβολές των λογισμών. Το εφάμαρτο στάδιο αρχίζει από εδώ και πέρα. Αρχή του αγώνος είναι η προσβολή. Αν ο άνθρωπος την απομακρύνη από το νου του χωρίς καθόλου να την περιεργασθή, τότε σώζεται και απαλλάσσεται από τις άθλιες συνέπειες πού ακολουθούν. Αν, όμως, δεχθή τη συζήτησι με τον πονηρό λογισμό, ανοίγει την πόρτα στον πονηρό λογισμό πού προηγουμένως απλώς του χτύπησε την πόρτα, δημιουργεί τη φιλία και τότε πια φθάνει στη συγκατάθεσι για την αμαρτία, πού είναι το δεύτερο στάδιο για την εκτέλεσι της αμαρτίας. Ο άνθρωπος τώρα με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, στα άδυτα της ψυχής του επιτελεί την αμαρτία: κατακρίνει, βλασφημεί, πορνεύει, μοιχεύει, διαπράττει φόνους και αμέτρητα εγκλήματα και κάνει οτιδήποτε μπορεί να φαντασθή o ανθρώπινος νους. Δεν μένει τίποτε άλλο κατόπιν, παρά το τρίτο στάδιο της αμαρτίας, πού είναι η ενεργός διάπραξί της από τον άνθρωπο, πού προηγουμένως ο νους του έγινε αιχμάλωτος του λογισμού και δεν τον ορίζει πλέον, αλλά ορίζεται. Έτσι ο λογισμός, πού ξεκίνησε με ένα απλό κτύπημα της πόρτας, την προσβολή, προχώρησε στο άνοιγμα της πόρτας, τη συγκατάθεσι, τελικά δεν μπόρεσε να νικήση και κατέληξε στην διάπραξί της αμαρτίας. Αυτή είναι η πορεία προς την αμαρτία, πού αρχίζει με έναν απλό λογισμό.

5. Τα πάθη πηγή τον πονηρών λογισμών.

Μέχρι να πεθάνη ο άνθρωπος και όσο ή ψυχή του βρίσκεται στο σώμα αυτό, είναι αδύνατο να μην έχη λογισμούς και πόλεμο. Βασική αίτια των λογισμών είναι ο πόλεμος του διαβόλου. Οι πιο πολλοί λογισμοί είναι διαβολικοί. Ό σκοπός του διαβόλου είναι να ρίξη τον άνθρωπο στην αμαρτία, είτε με τη σκέψι, είτε με την πράξι. Ό άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ονομάζει πνευματική μοιχεία τη συγκατάθεσι στους πονηρούς λογισμούς. Γι’ αυτό και λέγει: “Φυλάττειν τοιγαρούν δει την ψυχήν, ότι νύμφη Χριστού εστί”· δηλαδή, πρέπει κάποιος να διατηρή καθαρή την ψυχή του, διότι είναι νύφη του Χρίστου. Τις περισσότερες φορές οι λογισμοί μοιάζουν με ένα “ποτάμιον ρεύμα”, μπροστά στο όποιο πολλές φορές ο άνθρωπος πανικοβάλλεται. Γι΄ αυτό οι δαίμονες πρώτα μας πολεμούν με τους λογισμούς και κατόπιν με τα πράγματα. Αν υποχωρήσουμε σε αυτούς, τότε σιγά - σιγά μας σπρώχνουν στην αμαρτία με την πράξι. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας λέγει ότι οι κυριώτεροι λογισμοί της κακίας είναι οκτώ. Ας τους απαριθμήσουμε: α) της γαστριμαργίας, β) της πορνείας, γ) της φιλαργυρίας, δ) της οργής, ε) της λύπης, στ) της ακηδίας, ζ) της κενοδοξίας και η) της υπερηφάνειας. Κάποιος άλλος θα μας πη ότι το βασικώτερο πάθος στον άνθρωπο από το όποιο προέρχονται όλα τα άλλα πάθη είναι η φιλαυτία. Και φιλαυτία είναι η παράλογος αγάπη και φροντίδα του εαυτού μας. Αυτό είναι και το πάθος του σημερινού ανθρώπου. Από την φιλαυτία προέρχονται οι τρεις κυριώτεροι λογισμοί: της γαστριμαργίας, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας. Από τους τρεις αυτούς λογισμούς προέρχονται όλοι οι άλλοι. 6. Κατηγορίες των λογισμών

Τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν τους πονηρούς λογισμούς. Έκτος, όμως, από αυτούς υπάρχουν και οι αγαθοί λογισμοί και οι μάταιοι η ανθρώπινοι λογισμοί. Οι αγαθοί λογισμοί προέρχονται από τον Θεό. Πώς θα τους διακρίνουμε από τους πονηρούς λογισμούς; Κάποιος αδελφός ρώτησε τον Αββά Βαρσανούφιο για το θέμα αυτό και έλαβε την έξης απάντησι “Όταν ευρίσκης χαράν εν τω πράγματι και θλίψιν αντιστήκουσαν, μάθε ότι από Θεού εισί. Οι δε των δαιμόνων τεταραγμένοι και λύπης μεμεστωμένοι εισί”. Οι λογισμοί πού προέρχονται από τον Θεό προξενούν στον άνθρωπο μία εσωτερική ειρήνη και χαρά. Αντίθετα οι λογισμοί, πού προέρχονται από τον διάβολο, είναι γεμάτοι από ταραχή και λύπη. 7. Αρχή του πόλεμου οι λογισμοί

Γενικά, όπως αναφέρθηκα και παραπάνω, οι λογισμοί είναι αρχή του πολέμου του διαβόλου εναντίον μας. Και ο πόλεμος αρχίζει με την προσβολή του λογισμού, προχωρεί στη συγκατάθεσι και τελειώνει με την διάπραξι της αμαρτίας. Αυτή είναι η πορεία και η εξέλιξις των λογισμών πού προέρχονται κυρίως από τον διάβολο και από τον άνθρωπο. 8. Ή δαιμονική πανουργία

Ας δούμε, λοιπόν, πώς προσβάλλεται ο άνθρωπος από τους λογισμούς, ή ποιόν τρόπο χρησιμοποιούν οι δαίμονες για να μας προσβάλλουν με τους λογισμούς. Η πανουργία των δαιμόνων, πού θέλουν να σπείρουν μέσα μας χίλιους δυο ακάθαρτους λογισμούς, είναι απερίγραπτη. Ό διάβολος εκμεταλλεύεται και το πιο ασήμαντο γεγονός της ζωής μας, ή την πιο απίθανη περίπτωσι, ή εφευρίσκει τον πιο παράξενο τρόπο για να μας μολύνη. Πρώτα άπ’ όλα, πριν μας ρίξουν στην αμαρτία, μας βάζουν λογισμούς ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, ενώ μετά την αμαρτία μας βομβαρδίζουν με τις σκέψεις ότι ο Θεός είναι απότομος και σκληρός, για να μας φέρουν στην απελπισία. “Προ μεν του πτώματος φιλάνθρωπον λέγουσιν είναι τον Θεόν, μετά δε το πτώμα απότομον και σκληρόν” 9. Οι βλάσφημοι λογισμσμοί

Κατόπιν προσπαθούν να μας μολύνουν τις ιερές στιγμές, όπως της προσευχής, της Θείας Ευχαριστίας, ή μας βάζουν λογισμούς βλασφημίας κατά του Θεού. Αυτός λοιπόν, ο παμμίαρος, αγαπάει πολλές φορές την ώρα των αγίων Συνάξεων και μάλιστα την φρικτή ώρα των Θείων Μυστηρίων (της Θείας Ευχαριστίας), να βλάσφημη τον Κύριο και τα τελούμενα άγια. Δηλαδή, την ώρα πού τελείται το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο Σατανάς έρχεται και μας βάζει διάφορες βλάσφημες σκέψεις. Ότι τάχα δεν είναι Σώμα και Αίμα Χρίστου, ότι δεν είναι τίποτε αυτό πού παίρνουμε ή ακόμη πιο άσεμνους και αισχρούς λογισμούς, πού διστάζει κανείς και να τους αναφέρη. Ό άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρει ότι ένας Μοναχός επολεμείτο από τους λογισμούς αυτούς δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια. Κανένας λογισμός δεν είναι τόσο δύσκολος στην εξαγόρευσί του, όσο ο λογισμός αυτός της βλασφημίας, ο όποιος μπορεί να οδήγηση τον άνθρωπο και στην απελπισία. Αυτόν τον πόλεμο είχε και ο αββάς Παμβώ και “παρακαλώντας τον Θεόν δια τούτο ήκουσεν θείαν φωνήν οπού του έλεγεν: Παμβώ, Παμβώ, μη αθύμει επί αλλότρια αμαρτία, αλλά περί των σων φρόντισον πράξεων”. Δηλαδή, Παμβώ, μη στενοχωριέσαι για ξένες αμαρτίες, αλλά φρόντισε για τις δικές σου πράξεις. Αυτοί οι βλάσφημοι και αισχροί λογισμοί πολέμησαν και άλλους μεγάλους και δίκαιους άνδρες, όπως τον άγιο Μελέτιο τον Ομολογητή. Ακόμη και άλλους ομολογητάς και μάρτυρας. Και το βεβαιώνουν αυτό οι άγιοι Πέτρος Αλεξανδρείας και ο ομολογητής Παφνούτιος. Εδιηγείτο ο άγιος Πέτρος Αλεξανδρείας, ότι “εν τω καιρώ της ομολογίας μου, ήνίκα βασάνοις διαφόροις το σώμα μου κατεξέετο και πυρί κατεδαπανάτο, ο δαίμων ενδοθέν μοι λογισμούς βλασφημίας κατά του Θεού εφέγγετο”. Δηλαδή’ Οταν ομολογούσα την πίστι μου στο Χριστό στο δικαστήριο και με διάφορους βασανιστικούς τρόπους έγδερναν το σώμα μου και το έκαιγαν με την φωτιά, από μέσα μου ο δαίμονας βλασφημούσε τον Θεό. Βέβαια, τονίζει ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, οι λογισμοί αυτοί προέρχονται κυρίως από την κατάκρισι, την υπερηφάνεια και από το φθόνο των δαιμόνων. Γι΄ αυτό και το καλλίτερο όπλο εναντίον τους είναι η ταπείνωσις και η αυτομεμψία. 10. Ο ορμαθός των λογισμών

Αναφέρεται στην Κλίμακα του άγ. Ιωάννου του Σιναΐτου τα έξης: “Ας παρατηρήσουμε και θα δούμε ότι την ώρα πού χτυπάει η πνευματική σάλπιγγα και συναθροίζονται ορατά οι αδελφοί στο ναό, αοράτως και οι εχθροί. Άλλοι την ώρα που σηκωνόμαστε να πάμε στην Εκκλησία, μας προτρέπουν να ξανακοιμηθούμε. Κάθησε, λέγουν, μέχρι να συμπληρωθούν οι προοιμιακοί ύμνοι και μετά πήγαινε στην Εκκλησία. Άλλοι πάλι ενώ είμαστε στην προσευχή μας φέρνουν ύπνο, άλλοι μας κάνουν να πεινάμε, άλλοι μας προτρέπουν να ακουμπήσουμε στον τοίχο σαν δήθεν κουρασμένοι, και άλλοι μας προκαλούν χασμουρητά. Άλλοι μας θυμίζουν τα γραμμάτια και τα συμβόλαια και τους τραπεζικούς τόκους. Και έτσι αντί να φύγουμε από την Εκκλησία ωφελημένοι, φεύγουμε ζημιωμένοι, χωρίς να έχουμε ακούσει και τα πλέον στοιχειώδη. Και ενώ πολλές φορές την ώρα, πού είμαστε στην προσευχή, ο νους μας είναι γεμάτος από απρεπείς σκέψεις, μόλις τελειώσει η προσευχή, όλα εξαφανίζονται. Γνωρίζει ο διάβολος την ωφέλεια πού προέρχεται από την προσευχή και γι’ αυτό προσπαθεί να την μολύνη. Ακόμη κι αν νικήσουμε τον δαίμονα σε πολλά αγωνίσματα, μας βάζει λογισμούς υπερηφάνειας με άλλη μορφή’ ότι δήθεν προκόψαμε στην αρετή, αφού για παράδειγμα, εξαφανίσθηκαν όλοι οι πορνικοί λογισμοί. Η σκέψις αυτή, το ότι νικήσαμε, μοιάζει με ένα φίδι πού είναι κρυμμένο μέσα στην κοπριά της υπερηφάνειας. Μέσα στο βάθος της καρδιάς μας υπάρχει πονηρός λογισμός. Υπάρχουν δαίμονες πού μολύνουν την ψυχή μας μόλις πέσουμε για ύπνο και υπάρχουν άλλοι πού μολύνουν την πρώτη μας σκέψι, μόλις, δηλαδή, σηκωθούμε από τον ύπνο. Ο διάβολος δεν χάνει ευκαιρία να μη μας πολεμήση. Άλλοτε μας βάζει λογισμούς εναντίον του πνευματικού μας πατρός, άλλοτε πάλι εξομολογούμαστε και μετά την εξομολόγησι μας μολύνει με την ενθύμησι των αμαρτιών πού εξωμολογηθήκαμε, για να μας φέρη σε απελπισία. Άλλοτε πάλι μας ρίχνει στην αμαρτία και κατόπιν μας βάζει λογισμούς να διδάξουμε και σε άλλους την αμαρτία. Αυτοί, σε γενικές γραμμές, είναι οι λογισμοί τους οποίους δημιουργεί ο διάβολος. Ας δούμε τώρα τους λογισμούς πού δημιουργούνται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο νους του ανθρώπου είναι φιλομάκελλος. Δηλαδή, όπως το σκυλί πηγαίνει στο κρεοπωλείο για να αρπάξη κάποιο κομμάτι κρέας, ή όπως ένας φίλος του φαγητού, αρέσκεται συνέχεια να μιλάη γι’ αυτά, έτσι είναι και ο νους του ανθρώπου. Τρέφεται πολλές φορές με απρεπείς και ακάθαρτες έννοιες. Ένας μοναχός πού δεν έχει τίποτε και είναι ακτήμονας (και κατ’ έπεκτασιν ένας Χριστιανός), στην προσευχή του δεν έχει ενοχλήσεις από τα υπάρχοντα του. Δεν έρχονται στο νου του την ώρα της προσευχής τα προβλήματα των πραγμάτων ή των κτημάτων. Ενώ ένας πού είναι φιλοκτήμονας, όταν προσεύχεται, έχει εικόνες υλικές, έχει λογισμούς υλικών πραγμάτων. Ο άνθρωπος πού είναι ακρατής, δηλαδή κοιλιόδουλος, έχει σκέψεις και λογισμούς γεμάτους από ακάθαρτα είδωλα. Ό άγ. Ιωάννης της Κλίμακος φέρνει και ένα παράδειγμα. Όπως ακριβώς το πλήθος της κοπριάς γεννάει σκουλήκια, έτσι και το πλήθος των φαγητών γεννάει πτώσεις, πονηρούς λογισμούς και αισχρά όνειρα. Η γαστριμαργία είναι ο.τι το λάδι με την φωτιά για τους λογισμούς της πορνείας. Γι’ αυτό, πολύ σοφά ο αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφοντας την Κλίμακα, μετά το λόγο για την γαστριμαργία, τοποθέτησε τον περί πορνείας λόγο. “Διότι νομίζω, λέγει, ότι αυτή είναι μητέρα εκείνης”. Από που, δηλαδή, προέρχονται οι πορνικοί λογισμοί; Εάν ένας άνθρωπος στη ζωή του καλοπερνάη και έχη όλες τις ανέσεις και δε σκληραγωγήται και δεν ασκήται καθόλου, τότε πολύ φυσικό είναι ο άνθρωπος αυτός να έχη λογισμούς πορνείας, οι όποιοι θα καταλήξουν σε πράξεις. Άλλοτε, πάλι, όταν έχη ελεύθερες τις αισθήσεις του ο άνθρωπος και δη κάποιο πρόσωπο ή ακουμπήση με το χέρι του κάποιον ή ακούση κάτι το αισχρό, τότε είναι σαν να έχη ανοίξει την πόρτα στους ακάθαρτους λογισμούς. Βέβαια σε αυτό βοηθάει και η φύσις του ανθρώπου πού ρέπει προς τους λογισμούς αυτούς. Ακόμη και η παρακοή στις υποσχέσεις του Θεού γεννάει “αποθήκην λογισμών”, δηλαδή ο νους του ανθρώπου γίνεται αποθήκη πονηρών λογισμών. Τους ίδιους λογισμούς δημιουργεί και η παρακοή στον πνευματικό μας πατέρα. Πολλές φορές η περιέργεια του ανθρώπου να εξερεύνηση τα μυστήρια του Θεού δημιουργεί λογισμούς βλασφημίας και ακόμη ότι ο Θεός είναι άδικος και προσωπολήπτης. Σε άλλους δίνει οράσεις και θαύματα και σε άλλους δεν δίνει τίποτε.

11. Συνδυασμός λογισμών

Υπάρχουν, όμως, λογισμοί πού προέρχονται και από τον άνθρωπο και από τον διάβολο. Είναι συνδυασμός λογισμών. Είδα, λέγει ο αγ. Ιωάννης της Κλίμακος. μερικούς να τρώνε απολαυστικά και να μην πολεμούνται αμέσως. Και άλλους να συνεσθίουν και να συναναστρέφωνται με γυναίκες και να μην έχουν την ώρα εκείνη κανένα πονηρό λογισμό. Την ώρα, όμως, πού νόμιζαν ότι βρίσκονται στο κελλί τους σε ειρήνη και ασφάλεια, έπαθαν ξαφνικά όλεθρο. Η φύσις τους έσπρωξε να τρώγουν και να πίνουν απολαυστικά και να κοιτάζουν ακόλαστα. Ο σατανάς το εκμεταλλεύθηκε και τους ερριξε στην αμαρτία. Αυτοί είναι, σε γενικές γραμμές, οι λογισμοί πού προέρχονται από τον άνθρωπο και από τον διάβολο. Σε όλον αυτόν τον αγώνα υπάρχει μία κλίμακα. Προσβολή, συνδυασμός, συγκατάθεσις, αιχμαλωσία. Προσβάλλει ο εχθρός τον άνθρωπο με έναν απλό λογισμό ή με μία εικόνα. Όταν τον δεχθή, τότε γίνεται συγκατάθεσις. Αρχίζει η συνομιλία με τον λογισμό. Από το σημείο αυτό αρχίζει ή ευθύνη του ανθρώπου. Κατόπιν συγκατατίθεται κανείς με ηδονή να πραγματοποίηση αυτό πού του υποβάλλει ο λογισμός και στο τέλος υποδουλώνεται και αιχμαλωτίζεται από το πάθος. 12. Αποτελέσματα των λογισμών

Όταν ο λογισμός χρονίση μέσα μας, γινόμαστε τότε δούλοι στην προσπάθεια. Προσπάθεια είναι Η προσκόλλησις του άνθρωπου στα κτιστά πράγματα και ή επιθυμία του να απόκτηση μόνον αυτά. Έτσι ο νους του ανθρώπου αποδεσμεύεται από την αιώνια τροφή. Και όταν ο νους του ανθρώπου απομακρυνθή εντελώς από τον Θεό, τότε “ή θηριώδης ή δαιμονιώδης γίνεται”, δηλαδή, ή σαν θηρίο ή σαν δαίμονας γίνεται ο άνθρωπος, πράγμα το όποιο βλέπουμε να συμβαίνη στη σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Ό λογισμός του ανθρώπου προσκολλήθηκε μόνο στη γη και δε σκέπτεται καθόλου τον ουρανό, με αποτέλεσμα την θηριοποίησι του ανθρώπου και την αποθέωσι της τέχνης σε οποιαδήποτε μορφή. Ο άνθρωπος γίνεται ακρατής. Δεν μπορεί να εγκρατευθή. Όταν ο άνθρωπος δεν πολεμά το λογισμό του τότε γίνεται δούλος της αμαρτίας. “Ό κατά διάνοιαν προς την αμαρτίαν μη πολέμων μηδέ αντιλέγων. σωματικώς πράττει αυτήν”. Οι λογισμοί μας σαπίζουν και μας συντρίβουν δημιουργώντας προβλήματα και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Οι λογισμοί μιαίνουν, μολύνουν την ψυχή μας, την δηλητηριάζουν και την φαρμακώνουν. “Αυτή ή πάλη του πονηρού. Και μετά τούτων των βελών φαρμακεύει πάσαν ψυχήν”, μας λέγει ο άγ. Ησύχιος ο πρεσβύτερος. Με την αποδοχή των λογισμών ο διάβολος αποκτά κυριαρχία και μπορεί να οδήγηση τον άνθρωπο ακόμη και στην αυτοκτονία, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντισταθή στη δύναμι του διαβόλου. Ό ρυπαρός λογισμός καταχθονίζει την ψυχή, δηλαδή, ρίχνει κατά γης την ψυχή του ανθρώπου. Εκείνος πού αισθάνεται την συνεχή ενόχλησι των λογισμών και φλέγονται τα υπογάστρια της σαρκός, φανερώνει ότι βρίσκεται μακρυά από την ευωδία του Πνεύματος. Χάνεται η παρρησία προς τον Θεό. Όταν ο νους γίνεται συνόμιλος με ρυπαρούς και αισχρούς λογισμούς, τότε “της προς Θεόν παρρησίας εκπίπτει”. Δεν μπορεί ο Θεός να έχη κοινωνία με άνθρωπο, του οποίου ό νους συνέχεια μολύνεται με αισχρούς και πονηρούς λογισμούς· όπως ακριβώς είναι βδελυρός σε επίγειο άρχοντα εκείνος πού αποστρέφεται το πρόσωπο του και συνομιλεί με τους εχθρούς του. “Οι ακάθαρτοι λογισμοί χωρίζουσι τον Θεόν από του ανθρώπου”. Ο Θεός σε άνθρωπο πού διακατέχεται από αισχρούς λογισμούς δεν αποκαλύπτει τα μυστήρια του. Επειδή οι λογισμοί χωρίζουν τον άνθρωπο από τον Θεό, γι’ αυτό, κατά συνέπεια, δημιουργούνται και διάφορες άλλες σωματικές ανωμαλίες. Το άγχος και η ανασφάλεια και άλλες ακόμη σωματικές ασθένειες, έχουν ως αιτία τους λογισμούς. Αυτό το έχουν συνειδητοποιήσει και οι γιατροί ακόμη, γι’ αυτό και δίνουν την εντολή να μη σκεπτώμαστε ωρισμένα πράγματα και να μη στενοχωριώμαστε. Ένας λογισμός μπορεί να αφήση τον άνθρωπο άγρυπνο όλη νύκτα. Γι’ αυτό λέμε ότι οι λογισμοί ταράσσουν τον άνθρωπο και ακόμη ότι σπάζουν τα νεύρα του. Ό αββάς Θεόδωρος έλεγε: “Έρχεται ο λογισμός και ταράσσει με”. Αυτά σε συντομία είναι τα αποτελέσματα των πονηρών λογισμών. Πρέπει, όμως, να δούμε και τους τρόπους αντιμετωπίσεως των λογισμών αυτών, πού προέρχονται κυρίως από τον διάβολο.

13. Η αντιμετώπισις των λογισμών

Πώς μπορεί κάποιος να απαλλαγή από τους λογισμούς; Οι άγιοι και οι Πατέρες της “Εκκλησίας μας, μας έχουν υποδείξει διάφορους τρόπους αντιμετωπίσεως των λογισμών. Ό άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας συμβούλευα να μη του: εκφράζουμε, αλλά να τους πνίγουμε με τη σιωπή. Διότι και τα θηρία και τα ερπετά όταν πέφτουν μέσα στο λάκκο, αν βρουν κάποια διέξοδο προς τα πάνω, ανεβαίνουν και συνήθως γίνονται αγριώτερα. Αν, όμως. μένουν συνέχεια κλεισμένα μέσα, εύκολα χάνονται και εξαφανίζονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ρυπαρούς λογισμούς. Αν βρουν κάποια διέξοδο με το στόμα δια μέσου των λόγων, ανάβουν την εσωτερική φλόγα. Αν, όμως, αποκλεισθούν με τη σιωπή, αδυνατίζουν, λειώνουν σαν από πείνα και γρήγορα εξαφανίζονται. Το γραφικό χωρίο “πως ποιήσω το πονηρόν τούτο ρήμα εναντίον του Θεού” (Γεν. 39,9). Όταν μας ταράσση οποιοσδήποτε παράλογος λογισμός, ας σκεπτώμαστε ότι από τον Θεό δεν μπορεί να κρυφθούν και οι πιο μικρές και παράλογες σκέψεις.

Η μελέτη του νόμου του Θεού, η μνήμη των μελλόντων και τα όσα έκανε ο Θεός για μας. μειώνουν τους πονηρούς λογισμούς και δεν βρίσκουν τόπο μέσα μας. Η εξαγόρευσί τους. Όπως το φίδι, όταν βγαίνη από την φωλιά του, τρέχει να εξαφανισθή, έτσι και οι πονηροί λογισμοί, όταν εξαγορευθούν, φεύγουν από τον άνθρωπο. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τίποτε δε χαροποιεί τόσο τους δαίμονες, όσο η απόκρυψις των λογισμών.

Η εξουθένωσις της ψυχής και ο σωματικός κόπος “εν παντί καιρώ και τόπω και πράγματι”, βοηθεί τον άνθρωπο στο να μην έχη αισχρούς λογισμούς.Φρόντισε να απαλλαγής από τα πάθη και αμέσως θα δίωξης τους λογισμούς από το νου σου”, τονίζει ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής. Δηλαδή: Για να απαλλαγή κάποιος από την πορνεία, πρέπει να κοπιάση σωματικά και να νηστέψη’ για να απαλλαγή από την οργή και τη λύπη, πρέπει να καταφρονή την δόξα και την ατιμία και για να απαλλαγή από τη μνησικακία, πρέπει να προσεύχεται για εκείνον πού τον λύπησε. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τους λογισμούς να μην έλθουν, μπορούμε, όμως, να μη τους δεχθούμε. Όπως δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τα κοράκια να μην πετάνε από πάνω μας, μπορούμε, όμως, να τα εμποδίσουμε να χτίσουν φωλιά πάνω στα κεφάλια μας. Ας παρακολουθήσουμε, όμως, για λίγο και τον Μ. Βασίλειο στο θέμα του πολέμου αυτού. “Πρέπει τις επιθέσεις αυτές να τις αντιμετωπίζουμε με εντατική προσοχή και εγρήγορσι, όπως ο αθλητής πού αποφεύγει τις λαβές των αντιπάλων με τη ακριβή προφύλαξι και την ευελιξία του σώματος και να αναθέσουμε το τέλος του πολέμου και την αποφυγή των βελών στην προσευχή και την άνωθεν βοήθεια. Και αν ακόμη ο πονηρός εχθρός κατά την ώρα της προσευχής υποβάλη τις πονηρές φαντασίες, η ψυχή ας μη διακόψη την προσευχή της και ας μη νομίζη ότι ευθύνεται για τις πονηρές επιθέσεις του εχθρού, καθώς και για τις φαντασίες του παραδόξου θαυματοποιού. Αντίθετα ας σκεφθή ότι οι σκέψεις αυτές οφείλονται στην αναίδεια του εφευρέτου της κακίας και ας επιτείνη τη γονυκλισία και ας ικετεύη τον Θεό να διαλυθή το πονηρό διάφραγμα των παραλόγων σκέψεων, ώστε χωρίς εμπόδια να πλησίαση τον Θεό. Εάν, όμως, η βλαβερή επίδρασις του λογισμού γίνη πιο έντονη εξ αιτίας της αναίδειας του εχθρού, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, ούτε να αφήνουμε τον αγώνα μας στη μέση, αλλά να υπομένουμε μέχρι τότε πού ο Θεός θα δη την επιμονή μας και θα μας φώτιση με τη χάρι του Αγ. Πνεύματος, η οποία τον μεν εχθρό τρέπει σε φυγή, τον δε νου μας τον γεμίζει με θειο φως, ώστε ο λογισμός να λατρεύση τον Θεό με αδιατάρακτη γαλήνη και ευφροσύνη”. Γενικά οι πατέρες έχουν τρεις τρόπους αντιμετωπίσεως των αισχρών λογισμών: α) Την προσευχή, β) την αντίρρησι και γ) την περιφρόνησι. α) Ή προσευχή. Είναι αδύνατον ο αρχάριος να δίωξη μόνος του τους λογισμούς. Αυτό είναι γνώρισμα των τελείων. Ή νοερά προσευχή, η μονολόγιστος ευχή, το “Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, είναι το πιο δυνατό όπλο για να μπόρεση κάποιος να νικήση τους λογισμούς. “Ιησού ονόματι μάστιζε πολεμίους’ ου γαρ εστίν εν γη και ουρανώ δυνατώτερον όπλον”, τονίζει ο αγ. Ιωάννης της Κλίμακος. “Το γλυκύτατον Όνομα του Ιησού, συνεχώς και κατανυκτικώς και μετά πόθου και πίστεως εν τω βάθει της καρδίας μελετώμενον, αποκοιμίζει μεν όλους τους κακούς λογισμούς, εξυπνίζει δε όλους τους αγαθούς και πνευματικούς. Και όπου πρότερον εξήρχοντο εκ της καρδίας διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι (Ματθ. 15,19), καθώς είπεν ο Κύριος, εκείθεν ύστερον εξέρχονται λογισμοί αγαθοί, λόγοι σοφίας και χάριτος”. β) Η αντίρρησις. Ή προσευχή είναι για τους αρχαρίους και τους αδυνάτους. Εκείνοι πού μπορούν να πολεμήσουν ας χρησιμοποιήσουν την αντίρρησι, ή οποία συνηθίζει να φιμώνη τους δαίμονες. Ό Κύριος μας με αυτό τον τρόπο νίκησε τους τρεις μεγάλους πολέμους πού τους προέβαλε ο διάβολος πάνω στο ορός. “Την φιληδονίαν με το ουκ έπ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, την φιλοδοξίαν με το ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου, και την φιλαργυρίαν με το Κύριον μόνον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις (Ματθ. 4,10}”. Ο ιερομάρτυς Πέτρος ο Δαμασκηνός μας αναφέρει τα εξής σχετικά: “Όταν οι δαίμονες υποβάλουν κάποιο λογισμό υπερηφάνειας, τότε να θυμάσαι τους αισχρούς λογισμούς πού σου έλεγαν και να ταπεινώνεσαι. Όταν πάλι υποβάλουν τους αισχρούς, να θυμάσαι εκείνους τους υπερήφανους λογισμούς και να τους νικάς με τον τρόπο αυτό, ώστε ούτε να απελπίζεσαι από τους αισχρούς λογισμούς, ούτε να υπερηφανευθής από τους καλούς”. Έτσι όταν κάποιος γέροντας επολεμείτο από τους λογισμούς της υπερηφάνειας, έλεγε στο λογισμό του: “Γέρον, βλέπε τάς πορνείας σου”‘ και ο πόλεμος σταματούσε. Υπάρχουν περιπτώσεις πού επιστρατεύει κανείς όλες τις πνευματικές του δυνάμεις, όλους τους αγαθούς λογισμούς και δεν μπορεί να δίωξη έναν κακό λογισμό. Ποια είναι ή αίτια; “Επειδή πρώτον δεχόμεθα του κατακρίναι τον πλησίον”. Κατακρίναμε τον αδελφό μας και ο λογισμός μας έχασε την δύναμι πού είχε προηγουμένως. Μερικές φορές είμαστε ανόητοι γι’ αυτό και μας κυριεύουν οι λογισμοί. Πολλές φορές, όμως, δεν έχουμε την δύναμι να πολεμήσουμε τους λογισμούς, με αποτέλεσμα να δεχθούμε τέτοιες πνευματικές πληγές πού δεν θεραπεύονται ακόμη και με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Γι΄ αυτό καλλίτερα είναι να καταφεύγη κανείς στην δύναμι της προσευχής και των δακρύων, διότι α) ή ψυχή δεν έχει πάντοτε την ίδια δύναμι, β) ο διάβολος έχει πείρα αρκετών χιλιάδων ετών, ενώ η δική μας είναι πολύ περιωρισμένη, με αποτέλεσμα να φύγουμε νικημένοι και πληγωμένοι, αφού ο νους μας πάλι μολύνεται με τις αισχρές φαντασίες, και γ) διώχνει την υπερηφάνεια και δείχνει ταπείνωσι όποιος καταφεύγει στον Θεό την ώρα του πολέμου των λογισμών “και ομολογεί τον μεν εαυτόν του ανάξιον και ταπεινόν και αδύνατον εις το να πολεμή, τον δε Ιησού Χριστόν μόνον δυνατόν και κραταιόν εν πολεμώ, διότι Αυτός μας είπε: “Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον” (Ίωάν. 16,33), δηλαδή, τα πάθη, τους λογισμούς και τον διάβολον”. γ) Η καταφρόνησις. “Εάν ανασχώμεθα σχολάζειν τοις λογισμοίς του εχθρού, ουδέποτε έχομεν αγαθόν τι πράξαι, όπερ εκείνος πραγματεύεται”. Δηλαδή αν ασχολούμαστε με τους λογισμούς πού μας υποβάλλει ο εχθρός, ποτέ δε θα μπορέσουμε να κάνουμε κάποιο καλό, από εκείνα πού αυτός πολεμεί. Ή καταφρόνησις και το να μην ασχολήται κανείς με τους λογισμούς του εχθρού, είναι το μεγαλύτερο όπλο και αποτελεί το πιο δυνατό κτύπημα στον διάβολο. Πρέπει να θεωρούμε τους λογισμούς του σαν ζωύφια, σαν γαυγίσματα από σκυλάκια, σαν κουνούπια και στη χειρότερη περίπτωσι. σαν την βοή του αεροπλάνου και σαν τίποτε, διότι: α) Πιστεύουμε στην δύναμι του Αρχιστρατήγου μας Ιησού Χριστού και β) Πιστεύουμε ότι μετά το Σταυρό και τον θάνατο του Κυρίου μας ο διάβολος δεν έχει καμμία ισχύ εναντίον μας, αλλά μένει ανίσχυρος και αδύναμος κατά το γεγραμμένον “του εχθρού ευ,έλιπον αι ρομφαΐαι εις τέλος” (Ψαλμ. 9,6). Μεγαλύτερη νίκη και εντροπή των δαιμόνων δεν υπάρχει από αυτήν την καταφρόνησι, διότι αυτός πού έφθασε σ’ αυτό το σημείο, είναι ώπλισμένος με την χάρι του Θεού και μένει ασύλληπτος από τους λογισμούς και τους δαίμονες. Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι αντιμετωπίσεως των λογισμών πού προέρχονται κυρίως από τον διάβολο. Συμπληρωματικά 0ά μπορούσαμε να πούμε, ότι ή μνήμη του θανάτου είναι πολύ ισχυρό μέσο για την κατατρόπωσι του λογισμού. Δημιουργεί καρδιακούς πόνους για τα αμαρτήματα μας και προφυλάσσει τον νου μας από τους λογισμούς. Όποιος υπολογίση την ήμερα πού διανύει ως την τελευταία ήμερα της ζωής του, 6ά περιορίση σε πολύ μεγάλο βαθμό τους αισχρούς λογισμούς. Κάθεσαι στο τραπέζι να φας; Να έχης λογισμούς θανάτου, για να μη σε πειράξη η γαστριμαργία. Μόνοι μας ας ζωγραφίσουμε στο νου μας την εικόνα των μνημάτων, για να εξαλείψουμε την αναισθησία πού έχουμε. Ό Γέρων Σιλουανός, ο τελευταίος επίσημος άγιος του Αγ. Όρους, έλεγε: “Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι”. Με τον τρόπο αυτό κανένας λογισμός δε θα φωλιάση μέσα σου. Εμείς ποιο τρόπο πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, για να γλυτώσουμε από το πολυήμερο και πολυβάσανο μαρτύριο, όπως χαρακτηρίζει τους λογισμούς ο άγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης; Ας ακολουθήσουμε την τακτική του άγ. Ιωάννου του Κολοβού, ο όποιος δοκίμασε όλους τους τρόπους. Μας συμβουλεύει τα εξής ο μεγάλος αυτός αγωνιστής του πνεύματος: “Μοιάζω με έναν άνθρωπο πού κάθεται κάτω από ένα μεγάλο δένδρο και ξαφνικά βλέπει πολλά θηρία και ερπετά να έρχωνται κατεπάνω του. Και επειδή δεν μπορεί να αντισταθή εύκολα, τρέχει γρήγορα, πάνω στο δένδρο και σώζεται. Έτσι κάνω και εγώ. Κάθομαι στο κελλί μου και βλέπω τους πονηρούς λογισμούς να έρχωνται εναντίον μου. Τότε ανεβαίνω στο δένδρο της ζωής, στο Θεό μου, με την προσευχή και σώζομαι από τον εχθρό”.

1) ΝΗΣΤΕΙΑ των ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου:

~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά.

~ Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύουμε και λάδι - κρασί.

Τρώμε ψάρι Σάββατο - Κυριακή από 21 Νοεμβρίου των Εισοδίων της Θεοτόκου έως 17 Δεκεμβρίου.

2) ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.

~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί.

Τρώμε λάδι – κρασί Σάββατο και Κυριακή ( εκτός του Μεγάλου Σαββάτου).

Τρώμε ψάρι στις 25 Μαρτίου του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

3) ΝΗΣΤΕΙΑ των ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Από την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων μέχρι την παραμονή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (28 Ιουνίου ).

~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά.

~ Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύουμε και λάδι - κρασί.

Τρώμε ψάρι, εκτός Τετάρτης και Παρασκευής.

4) ΝΗΣΤΕΙΑ της ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Από την 1 έως 14 Αυγούστου.

~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί.

Τρώμε λάδι - κρασί Σάββατο - Κυριακή.

Τρώμε ψάρι στις 6 Αυγούστου τής Μεταμορφώσεως.

ΑΛΛΕΣ ΝΗΣΤΕΙΕΣ

Νnστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί όλες τις Tετάρτες και Παρασκευές της χρονιάς (εκτός αν υπάρχει κάποια κατάλυση) και τις πιο κάτω μέρες :

α) 14 Σεπτεμβρίου τής Υψώσεως τού τιμίου Σταυρού,
β) 24 Δεκεμβρίου Παραμονή Χριστουγέννων,
γ) 5 Ιανουαρίου Παραμονή των Φώτων,
δ) 29 Αυγούστου Αποτομή τού Τιμίου Προδρόμου.

Αν οι τέσσερις ημερομηνίες πέσουν Σάββατο ή Κυριακή, γίνεται κατάλυση λαδιού - κρασιού.

ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΕΙΣ ΠΑΝΤΑ

Κατάλυση εις πάντα γίνεται:
α) Μετά το Πάσχα, όλη την Εβδομάδα της Διακαινησίμου,
β) Μετά την Πεντηκοστή,(μέχρι της Κυριακής των Αγίων Πάντων),
γ) Από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου(εκτός της παραμονής των Θεοφανείων).

ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΣΕ ΨΑΡΙ

Κατά τις 7 Ιανουαρίου, 25 Μαρτίου, 24 και 29 Ιουνίου, 6 και 15 Αυγούστου, 8 Σεπτεμβρίου, 14 και 21 Νοεμβρίου.

ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΣΕ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΛΑΔΙ

Ιανουαρίου 11, 16, 17, 18, 20, 22, 25, 27, 30
Φεβρουαρίου 8, 10, 17, 24
Μαρτίου 9, 26
Απριλίου 23, 25, 30
Μαΐου 2, 8, 15, 21, 25
Ιουνίου 8, 11, 30
Ιουλίου 1, 2, 17, 20, 22, 25, 26, 27
Αυγούστου 31
Σεπτεμβρίου 1, 6, 9, 13, 20, 23, 26
Οκτωβρίου 6, 18, 23, 26
Νοεμβρίου 1, 8, 12, 13, 16, 25, 30
Δεκεμβρίου 4, 5, 6, 9, 12, 15, 17, 20

Όλα τα Σάββατα και Κυριακές του έτους δεν επιτρέπεται νηστεία σε λάδι εκτός το Μεγά Σάββατο.

Κάποια καλογριούλα μου έγραψε, λέει: Γέροντα, ακούμε ότι θά ‘ρθουν οι Τούρκοι και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε.

-Α! άκουσε, παιδάκι μου, της λέω. Δεν έχεις υποκοή. Διότι αν είχες υπακοή, τότε: «Τι με νοιάζει εμένα; Ό,τι μου πει η Γερόντισσα· ό,τι μου πει η Γερόντισσα. Δεν είναι Γερόντισσα η Μ.; Ε, ό,τι πει η Μ., εμένα δεν με νοιάζει». Αυτή είναι υπακοή. Αλλά για να φοβάσαι, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα μέσα σου, έχεις θέλημα.

Ξερετε πολύ καλά ότι ο Γέροντάς μας (Ιωσήφ) ήταν των άκρων ησυχαστής και της νοεράς προσευχής. Και όμως δεν μας παρέδωσε ως πρώτο την ησυχία ή την νοερά προσευχή,αλλά μας παρέδωσε την υπακοή το κοινόβιο!

Και τα βιβλία των αγίων Πατέρων αν παρακολουθήσετε, θα δείτε ότι πολλοί με ευκολία, με πολλήν άνεση αγίασαν, αγιάσθησαν οι ψυχές των, δίχως να κάνουν κόπους, δίχως να κάνουν θυσίες, δίχως να κάνουν ασκητικούς αγώνας, αλλά τι; Εδιάλεξαν την υπακοή.

Η υπακοή φέρει τον άνθρωπο όχι μόνο σε απάθεια σωματική, αλλά και πνευματική.

Βολιδοσκοπήσατε από που ξεκινάει η υπακοή. Από την Τριαδική Θεότητα. Ο Χριστός λέει ότι « ήρθα να κάνω όχι το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Λουκ. 22,42). Από εκεί αρχίζει η υπακοή. Γι’ αυτό και όποιος κάνει υπακοή, γίνεται μιμητής του Χριστού!

Βεβαιώθηκα με πείρα ότι η υπακοή είναι ανωτέρα της προσευχής.

Θέλεις ν’ αποκτήσεις προσευχή; Θέλεις, όταν λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ», να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι από τα μάτια σου; Θέλεις να ζήσεις τη ζωή των αγγέλων; «Ευλόγησον», «νά ‘ναι ευλογημένο». Υπακοή.

Ο μεγάλος αγώνας του ανθρώπου είναι να μην πιστεύει τον λογισμό του. Ε, ο Γέροντας τώρα λείπει, ρώτησε τον αδερφό σου κι ό,τι σου πει ν’ ακούσεις. Δεν είναι μικρός αγώνας να ρίξεις τον εαυτό σου κάτω, δεν είναι μικρός αγώνας. Μα αλλιώς δεν γίνεται, αλλιώς δεν γίνεται. Αν θέλεις ν’ ακολουθήσεις τον καλογερικό νόμο, εκεί θα πατήσεις.

Ερώτησαν κάτι καλογριούλες και τον πάτερ-Γεράσιμο, τον Υμνογράφο.

-Πάτερ-Γεράσιμε, τι θα πει τυφλή υπακοή;

-Να σας πω, λέει. Είπε η Ηγουμένη· φέρε Ευπραξία, ένα ποτήρι νερό. Τό’φερες. Χύσ’το. Τό’χυσες. Βρε παλαβή, γιατί τό ‘χυσες το νερό; Ευλόγησον. Να μη δικαιολογηθείς· μα καλά, εσύ δεν μου πες να το χύσω το νερό; Όχι έτσι, λέει. Ευλόγησον, αυτή είναι η τυφλή υπακοή.

Αν δεν κάνεις τυφλή υπακοή, δεν ανεβαίνεις απάνω σε πνευματικές σκάλες. Είδες αυτό το Γεροντάκι πώς είπε; Αυτή είναι η τυφλή υπακοή, να μη δικαιολογείς τον εαυτό σου. Όχι μόνο στο Γέροντα, και στον αδερφό σου. Και στον αδερφό σου να μη δικαιολογείς τον εαυτό σου, αλλά πάντοτε να τον έχεις τον εαυτό σου κάτω από όλους.

Αυτός ο οποίος κάνει υπακοή στον Γέροντά του, μιμείται τον Χριστό, ο Οποίος έκανε Υπακοή στον Πατέρα Του. Και υποχρεούται κατά συνέχειαν ο Θεός να ευλογήσει εκείνον, ο οποίος τον μιμείται.

Αν ζητάτε ένα πράγμα από τον Γέροντα, προδιαθέσατε τον λογισμό σας· εάν μεν σας ακούσει, «νά’ναι ευλογημένο», εάν δεν σας ακούσει, πάλι «νά’ναι ευλογημένο. Μην προδιαθέτετε τον λογισμό σας ότι θα σας ακούσει ο Γέροντας και αν κατόπιν δεν σας ακούσει, και θα σκουντουφλιάσετε.

Πολλές φορές κι εμείς, να πούμε, ως Γέροντες μπορεί να κάνουμε κι ένα λάθος. Έσύ όμως που θα κάνεις υπακοή, θα σου βγεί σε καλό, δεν θα σου βγει σε κακό! Ποτές η υπακοή δεν βγαίνει σε κακό, διότι είναι μίμησις Χριστού.

Έκανες υπακοή, θα πας στον παράδεισο, δεν έκανες υπακοή, δεν πάει να κάνεις νοερά προσευχή, δεν πάει να μεταλαμβάνεις, δεν πάει να λειτουργάς, προορίζεσαι για την κόλαση. Να και ο Αδάμ, να και ο Προφήτης Ελισσαίος, να και ο Γιεζή, όλα αυτά τα παραδείγματα βεβαιώνουν ότι περισσότερο ο Θεός αναπαύεται στην υπακοή παρά στις άλλες αρετές, να πούμε. Και οι άλλες αρετές συνδράμουν· όπως ενεργεί η υπακοή δεν ενεργούν οι άλλες αρετές. Γι’ αυτό περισσότερο επιμεληθείτε την υπακοή.

Να σας πω, σ’ αυτό το πράγμα, σε μας εξαρτάται αν αυτό το φως που έχουμε μέσα μας, τη χάρη δηλαδή, μπορεί να την αυξήσουμε, μπορεί να την ελαττώσουμε. Αν είναι τώρα πέντε βαθμών, αύριο μπορούμε να την κάνουμε δέκα, τριάντα, πενήντα, εκατό. Από μας εξαρτάται, αν είναι τώρα δέκα βαθμούς, να την κάνουμε οχτώ, πέντε, τρία, ένα, από μας εξαρτάται. Και αυτό είναι από την αυταπάρνηση, από την πεποίθηση, την ευλάβεια, τον σεβασμό που θά’χουμε στον Γέροντα. Από την υπακοή που θά’χουμε στον Γέροντα αυτό το φως αυξάνει. Και όχι μόνο στον Γέροντα, αλλά και μεταξύ μας νά’χουμε υπακοή.

Μακάριος εκείνος ο αδερφός ο οποίος, προτού να τελειώσει το λόγο ή ο Γέροντας ή ο παραδερφός του, «νά’ναι ευλογημένο». Σε είπεν ένας αδερφός: «Έλα, πάτερ, να με βοηθήσεις εδώ», «νά’ναι ευλογημένο». Ακολούθησε αυτόν το δρόμο, να δεις τι θα αισθανθείς μέσα. Τι ειρήνη, τι γαλήνη θα αισθανθείς! Ενώ, «περίμενε πέντε λεφτά κι έρχομαι»…

Να σας πω μια περίπτωση που μου συνέβη εμένανε, όταν ο άνθρωπος, να πούμε, στηρίζεται στον λογισμό του, στην κρίση του, και δεν πάει να ρωτήσει έναν άλλονε.

Στα Καρούλια βρισκόταν κάποιος αδερφός και μου λέει: «Παπα-Εφραίμ, είμαι άρρωστος και έλα να με κοινωνήσεις». «Νάρθω να σε κοινωνήσω. Την τάδε μέρα μετά απ’ τη Λειτουργία».

Έχω ένα κουτάκι μικρό σαν τον καφέ αυτό, έτσι ερμητικώς κλείνει αυτό. Σαν τον σταυρό, το βάζω εδώ στον κόρφο μου και πηγαίνω κάτω και κοινωνώ, όποιος έχει ανάγκη. Όταν μελίζει ο παπάς τις μερίδες, παίρνει μια μικρή μερίδα σαν μία φακή και βάζει στην αγία λαβίδα μέσα στο άγιο Αίμα και τη βάφει έτσι. Κι’ είναι βαμμένη· Σώμα και Αίμα· και πηγαίνεις κατόπιν και μεταλαμβάνεις τον αδερφό, όποιος σε ζητήσει.

Λειτούργησα. Όταν τελείωσα, να πούμε, μετάλαβα εγώ, ξέχασα να βγάλω μια μερίδα από το άγιο δισκάριο να βάλω μέσα στο Αρτοφόριο και να τη βάψω. Ξέχασα. Ε, άνθρωπος είμαι κι εγώ, ξεχνάω. «Αδερφέ μου, να κάνεις λιγάκι υπομονή, γιατί ξέχασα». «Καλά».

Τον ειδοποιώ πάλι ότι την τάδε μέρα πάλι θα λειτουργήσω, αλλά θά’μαι στα Καρούλια κάτω· θα λειτουργήσω, και ‘κει θά’ρθω να σε μεταλάβω. Λέει: «Πάρε πάντως το Αρτοφόριο. Εάν με δεις εκεί στην εκκλησία, θα κοινωνήσω. Αν δεν με δεις, τότες δεν μπορώ, είμαι άρρωστος και νάρθεις να με κοινωνήσεις στο σπίτι μου». «Νάναι ευλογημένο».

Παπα-Εφραίμ, άνοιξε τα μυαλά σου, γιατί τάχεις κι εσύ λίγα τώρα. Λοιπόν, εκεί στο αντιμήνσιο βάζω το Αρτοφόριο -το κουτάκι που θα βάλω την μερίδα- να το βλέπω εκεί. Τελειώνω, αυτό εκεί, καταλύω. Βρε, να πάρει η ευχή, να πάρει. Πάλι ξέχασα! Βρε τι είναι αυτό; Τι είναι αυτό το κακό που με βρήκε; «Αδερφέ μου, ζητώ συγγνώμη, πάλι ξέχασα. Θα πάω πάνω να λειτουργήσω και θάρθω πάλι στα Καρούλια να σε κοινωνήσω. Να κανονίσω τον εαυτό μου κάνοντας τον κόπο να κατέβω πάλι, γιατί τάχασα εγώ τα μυαλά μου». «Καλά».

Πάω λοιπόν, το βάζω το Αρτοφόριο απάνω στο αντιμήνσιο να το βλέπω. Το βλέπω το Αρτοφόριο, βάζω εκεί, το καταλύω, το αυτό, τίποτε. Μνήσθητί μου, Κύριε, τι είναι αυτό με μένα! Τι είναι αυτό με μένα τώρα; λέω. Τι να πω! Νά’ναι ευλογημένο, λέω. Κατεβάζω λοιπόν το Αρτοφόριο, που έχομε ξερές μερίδες· τις έχουμε αποξηράνει, τις έχουμε κάνει παξιμάδι τη Μεγάλη Πέμπτη· κατεβάζω κάτω λοιπόν, απλώνω το αντιμήνσιο και ανοίγω το κουτάκι και βάζω τη λαβίδα από κάτω, για να πάρω μια μερίδα. Τη βάζω τη λαβίδα από κάτω, δεν σηκώνεται ο άγιος Άρτος! Πιέζω! Δεν σηκώνεται! Μα τι γίνεται; Πετάγεται ο άγιος Άρτος, ευτυχώς που έπεσε απάνω στο αντιμήνσιο. Ει δε, θα έπεφτε κάτω. Φοβήθηκα, τρόμαξα. Βρε, λέω, μήπως είναι οι μερίδες, έχουν κολλήσει στη μούσα; (Μούσα λέγεται ένα θαλασσινό σφουγγάρι, που τόχουν πατήσει και γίνεται στρογγυλό, έτσι πέτρα, πέτρα γίνεται, και βάζομε απάνω εκεί τις μερίδες· γιατί όπου να τις βάλεις, τραβάει υγρασία). Πάω εκεί στις μερίδες, α, οι μερίδες κουνιόντουσαν! Α! Έχει κώλυμα ο αδερφός! Γι’ αυτό ξεχνάω εγώ ο λειτουργός, διότι έχει κώλυμα. Καλά. Παίρνω το αρτοφόριο, κατεβαίνω κάτω. Τον κοινώνησα. Λέω:

-Γέροντα, θέλω να σου πω έναν λογισμό, και ως αδερφός και περισσότερο ως πνευματικός.

-Τι θέλεις να μου πείς;

-Να κάνεις μία γενική εξομολόγηση.

-Έχω κάνει τρεις, λέει απότομα.

-Άκουσε, αδερφέ μου, μήπως και ξέχασες.

-Όχι, λέει, δεν έχω, έχω κάνει τρεις.

Α! Δεν το σήκωσα πλέον αυτό. Ο τρόπος του, η συμπεριφορά του, δεν το σήκωσα. Να μιλάει έτσι! Εγώ να θυσιάζομαι και να σου λέω έναν πνευματικό λόγο…Άνθρωπος είσαι, πάτερ, ένα μικρό, όπως και πάνω εκεί, που πήγε ο πάτερ-Παΐσιος, ήταν ένας βλάχος και ήρθε η ώρα του να πεθάνει αυτός ο βλάχος και δεν παρέδιδε ψυχή, μόνον έβλεπε το διάβολο. Αυτός που τον υπηρετούσε, του λέει:

-Βλέπεις τον διάβολο;

-Ναι. ο διάβολος.

- Α, πάτερ, λέει, έχεις αμαρτία αξομολόγητη, Ρώτησε τον διάβολο τι αμαρτία έχεις.

Ρώτησε.

-Δεν θα παραδώσεις ψυχή.

-Γιατί, βρε διάβολε, δεν θα παραδώσω ψυχή;

-Γιατί έχεις αμαρτία αξομολόγητη.

-Ποια αμαρτία;

Δεν μπορεί να την πει.

-Α, η Μαρία, λέει, με βιάζει. (Τά’βαλε με την Παναγία, Μαρία τη λένε οι διαβόλοι). Δεν μπορώ λέει…

Στο τέλος ήταν παντρεμένος κι όλα όσα παιδιά γεννούσε, όλα απέθνησκαν. Και στο τέλος, στο τελευταίο, πηγαίνει σ’ έναν μάγο και τους έκανε μάγια ο μάγος και δεν το είχε εξομολογηθεί ο καλόγηρος αυτό. Του το θύμισε ο διάβολος. Το εξομολογήθηκε. Τώρα το εξομολογήθηκε κι έπειτα έπεσε και κοιμήθηκε (πέθανε).

Λοιπόν, άνθρωπος είσαι, πάτερ, τόχεις ξεχάσει αυτό. «Έχω κάνει τρεις». Α! Εγώ να μιλώ κατ’ αυτόν τον τρόπο και ο άλλος να μου… «Πάτερ μου, αυτό κι αυτό συμβαίνει». Ξέρεις τι μου αποκρίνεται;

-Ξέρεις τι μου λέει ο λογισμός; λέει.

-Τι σου λέει;

-Παίρνεις ένα κομμάτι ψωμί, βάζεις λιγάκι νάμα κι έρχεσαι να με μεταλάβεις.

-Μνήσθητί μου, Κύριε! Να το κάνω αυτό το πράγμα, πάτερ, γιατί να το κάνω; Καλά, εσένα μπορεί να μη σε σέβομαι, να μη σε αγαπώ, αλλά τον κόπο που κάνω από το σπίτι μου νάρθω κάτω, να σε κοινωνήσω με ψωμί; του λέω. Σε τέτοια συνείδηση, σε φόβο, σε…

Επίστευσε στον λογισμό του. Και να τι αποτέλεσμα, ούτως ώστε να μην είναι άξιος να κοινωνήσει!

Γι’ αυτό, μην πιστεύει καθένας στο λογισμό του. Υπακοή. Βγάζω το δικό μου το μυαλό και βάζω το μυαλό του Γέροντά μου. Αυτή είναι υπακοή.

Αυτό θα πει υπακοή. Να βγάλεις τον λογισμό σου, τον δικό σου, και ν’ ακούσεις τι θα σου πει ο Γέροντάς σου.

Μοναχός: Να πω ένα άλλο. Ένα προσωπικό που συμβαίνει εδώ. Μετά το Απόδειπνο, όταν το αρχονταρίκι πλύνει τα σεντόνια, τα απλώνομε και μερικοί τα μαζεύουν. Είμαι από αυτούς που τα μαζεύουν τα σεντόνια που στέγνωσαν στην απλωταριά. Και όταν πηγαίνω το βράδυ να μαζέψω τα σεντόνια, δεν μπορώ μετά να κοιμηθώ, όπως κάνω τις άλλες μέρες, γιατί εγείρομαι μέσα μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ και χάνω λίγο απ’ την τάξη, το πρόγραμμα. Και το λυπάμαι.

Γέροντας: (Δεν κατάλαβε) Και το;…

Μοναχός: Δηλαδή κάνω την υπακοή πρόθυμα. Πρόθυμα πηγαίνω και μαζεύω τα σεντόνια, αλλά ξέρω όμως ότι δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ αμέσως και να σηκωθώ νωρίς, τόσο νωρίς, και να εφαρμόσω όλον τον κανόνα. Και λυπάμαι. Αυτή η λύπη πώς θεραπεύεται;

Γέροντας: Θεραπεύεται, διότι δεν έχεις βάλει ως ριζά την υπακοή. Εγώ δεν κοιτάω να κάνω προσευχή, κοιτάω να κάνω υπακοή. Σούπανε η αδελφότης εδώ, μάζεψε τα σεντόνια. Νάναι ευλογημένο. Ο Θεός μπορεί· εσύ τώρα ελαττώνεις την προσευχή σου μαζεύοντας τα σεντόνια, έστω, να πούμε, μισή ώρα. Όταν θα πας να προσευχηθείς, θα σου δώσει ο Θεός, γι’ αυτή την αυταπάρνηση και την υπακοή την οποίαν έκανες, διπλή τη χάρη. Αν προσευχόσουνα, τρόπον τινά, τη νύχτα τρεις ώρες, εύρισκες χάρη, να πούμε, δέκα βαθμών. Τώρα επιδή ελαττώνεις την ώρα της προσευχής και γίνεται δυόμιση ώρες, νομίζεις ότι δεν θ’ απολαύσεις προσευχή; Περισσότερο θ’ απολαύσεις. Γιατί έβαλες το θεμέλιο της καλογερικής ζωής, του καλογερικού νόμου. Ήρθαμε εδώ να κάνουμε υπακοή, όχι να κάνουμε προσευχή. Υπακοή.

Μοναχος: Το πιστεύω αυτό, αλλά έχω ένα δισταγμό που μου τα χαλάει όλα.

Γέροντας: Εκεί να νικήσεις τον εαυτό σου. Να νικήσεις τον εαυτό σου.

Ο προφήτης Ελισσαίος, αυτές τις μέρες ήτανε. Κατά διαδοχήν του προφητικού χαρίσματος ο προφήτης Ηλίας διετάχθη να πάει να χρίσει τον Ελισσαίο, λέει, προφήτη. Έχρισε. Τώρα ο προφήτης Ελισσαίος κατά διαδοχήν έπρεπε ν’ αφήσει τον Γιεζή. Αλλά ο Γιεζή έκανε υπακοή; Δεν έκανε. ΄Οταν έφυγε ο Νεεμάν ο Σύρος, επήγε και τον είπε ότι, -ξέρετε την ιστορία τώρα εσείς (Δ’ Βασ. κεφ.5) -και λέει:

-Ο Γέροντας μ’ έστειλε να μου δώσεις μερικά ρούχα, άμφια μεγάλα.

-Πάρε.

-Και χρυσό.

-Πάρε και χρυσό.

-Και αμπέλια.

-Πάρε και αμπέλια.

Επήγε, ο Νεεμάν έφυγε. Ο δε Γιεζή γύρισε, πήγε στον Γέροντά του. Αυτός τά ‘κρυψε όμως, ο Γιεζή, να μην τα δει ο Γέροντας. Τόσο του έκοβε το μυαλό, ότι νομίζει ότι θα κρυφτεί από τον προφήτη.

Ο προφήτης προτού νά’ρθει ο Νεεμάν: -Πήγαινε και λούσου εφτά φορές στον Ιορδάνη, δεν τον είδε καθόλου, πήγαινε και λούσου, λέει.

-Πάρε και χρήματα, λέει.

-Εγώ δεν έχω ανάγκη από χρήματα, λέει, δεν πουλώ τη χάρη με τα χρήματα, πάνε και λούσου.

Ο Γιεζή, πήγε και τά’κρυψε.

-Πού ήσουνα; λέει.

-Στο τάδε μέρος.

-Τι έκανες;

-Να, είχα δουλειά.

Είπε την αλήθεια; Και την πρώτη προδοσία έκανε, που είπε ψέματα στον Νεεμάν· νόμιζε ότι θα κρυφτεί από τον Γέροντά του. Δεύτερη προδοσία, τά έκρυψε, και του είπε πού ήσουνα, είπε πάλι ψέματα. Του λέει ο προφήτης, εγώ εκεί ήμουνα, που έπαιρνες τα ρούχα. Τρίτη φορά τον κάλεσε ο προφήτης σε μετάνοια. Δεν είπε, «Γέροντα, ευλόγησον, να με συγχωρέσεις, με προσέβαλε ο πειρασμός». Όχι, δεν είπε. «Ε, τότες», λέει, «πάρε και τη λέπρα του Νεεμάν».

Τρεις φορές τον εκάλεσε ο προφήτης σε μετάνοια. Ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη, ούτε την τρίτη. Ε, τότες λοιπόν ο προφήτης, «πάρε και τη λέπρα του Νεεμάν».

Τι κατάλαβε ο Γιεζή; Και το προφητικό χάρισμα τό’χασε, και την υγεία του έχασε. Και τι τον ωφέλησαν τ’ αμπέλια και τα χωράφια; Όταν ο άνθρωπος είναι υγιής, όλα τα ευφραίνεται, όταν είναι άρρωστος, δεν θέλω τίποτε, άρρωστος είμαι, δεν με ευφραίνει τίποτε, διότι είμαι άρρωστος. Όταν είσαι υγιής, όλα. Και τη λέπρα πήρε και την υγεία του έχασε και τον προφήτη τον έχασε· και τι εκληρονόμησε; Και άδεται ο λόγος «η λέπρα του Γιεζή». Όχι του Νεεμάν, του Γιεζή η λέπρα.

Στο σπίτι μας πιο πάνω είναι ο πάτερ-Γεδεών, ο οποίος έχει τους Αρχαγγέλους. Εκεί καθότανε ένας υποτακτικός, ο οποίος πήγε μάλλον να γηροκομήση τους γέρους προ του Γεδεών. Αυτός ήταν παντρεμένος, και επειδή είχε δαιμόνιο, τον εχώρισε η γυναίκα του, πήγε στο Δαφνί των Αθηνών και στο τέλος κατέληξε στο Άγιον Όρος. Λέει, τουλάχιστον να πάω να σώσω την ψυχή μου, να κάνω υπακοή.

Εφόσον έκανε υπακοή στους γέρους, δεν φανερωνότανε το δαιμόνιο. Νύχτα πήγαινε κάτω στις αλυκές, με το φεγγάρι πήγαινε και γύριζε στον καιρό της Κατοχής, πήγαινε να μαζέψει λίγο αλάτι, να το δώσει στην Κερασιά, στα κελλιά, να πάρει είτε κρεμμύδια, είτε πατάτες, φασόλια. Και δεν έπαθε τίποτες. Όταν όμως η αδερφή του, δεν θυμάμαι καλά, τού’στειλε από την Αμερική εκατό δολλάρια, τά’βαλε στην τσέπη του. Ιδιορρυθμία! Αμέσως φανερώθηκε το δαιμόνιο.

Και αυτός λοιπόν μας έλεγε ότι του έλεγε το δαιμόνιο: «Βρε ‘συ, νομίζεις ότι εγώ θα βγω από σένανε; λέει. «Τι λέει ο Χριστός; «Τούτο το πνεύμα δεν εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία» λέει (Ματθ. 17,21). Εδώ με τους γέρους, τρως και πίνεις, και νομίζεις θα βγω εγώ;» Ο σκοπός του δαίμονος ήταν να τον βγάλει απ’ την υπακοή. Οπότε κατόπιν τον κανονίζει όπως θέλει. «Θα πας κάτω στις αλυκές θα νηστέψεις και τότες εγώ», λέει, «θα βγω».

Ο λογισμός δεν ήτανε μέχρι εκεί του δαίμονος. Ήταν να τον φέρει σε μια απόγνωση και να τον ρίξει μέσα στη θάλασσα. Ν’ αυτοκτονήσει. Από πού άρχισε ο δαίμονας; Από το Ευαγγέλιο. Ναι, αλλά πού κατέληξε. Στο τέλος τον κατάφερε και βγήκε έξω στον κόσμο. Κι’ ήρθε κατόπιν ο πάτερ-Γεδεών.

Πέστε μου εσείς τώρα έναν άνθρωπο, ο οποίος έφυγε απ’ τη μετάνοιά του ή το μοναστήρι του ή τον Γέροντά του, αν πήγε υποτακτικός. Όλοι Γεροντάδες! Όλοι Γέροντες!!!

«Η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Δεν είπε κληρονομούν, αρπάζουν. Αν δεν βιάσεις τον εαυτό σου, δεν θα νικήσεις. Δεν θα νικήσεις. «Οκνηρός εις οδόν αποσταλείς, λέγει· λέων κατά την οδόν και φονείς κατά τας πλατείας» (Παροιμ. 26,13). Έτσι είναι. Γιατί ούτε μπρος πάει, ούτε πίσω πηγαίνει. Γιατί είναι τεμπελάκος. Αν θέλεις να βρεις πνευματικά, να βιάσεις τον εαυτό σου. Πρώτα στην υπακοή.

Εις την Αγία Άννα, ζούσε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, ο οποίος έκανε συχνά παρακοές. Ήτανε παραμονή μιας εορτής της Παναγίας. «Γέροντα», λέει ο υποτακτικός, «θα πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, διότι της Παναγίας εορτή είναι αύριο. Τι θα φάμε;» «Παιδί μου», του λέει ο Γέροντας, «εδώ οι γείτονές μας ψαράδες είναι. Ώρες ψάρευαν και δεν πιάσανε ψάρια. Αν ήθελε η Παναγία να τρώγαμε ψάρια, θα έπιαναν, θα έφερναν και σε μας. Να μην πας για ψάρεμα». «Όχι, Γέροντα», ξαναλέει ο υποτακτικός, «εγώ θα πάω να ψαρέψω». «Μην πηγαίνεις», επαναλαμβάνει ο Γέροντας. «Όχι, θα πάω», λέει ο υποτακτικός και φεύγει…

Ο Γέροντας τότε σκέπτεται ότι ο υποτακτικός του ευρίσκεται σε παρακοή· αν του τύχει κανένας μεγάλος πειρασμός του υποτακτικού του; Μήπως γλιστρίσει εις την θάλασσα; Διά τούτο μπαίνει στο κελλί του και κάνει προσευχή, κάνει κομποσχοίνι για τον υποτακτικό του.

Ο υποτακτικός πηγαίνει στη θάλασσα· πετάει την πετονιά· κάτι έπιασε τ’ αγκίστρι· τραβάει δυνατά. Βγαίνει τότε ξαφνικά ένας αράπης μαύρος-κατάμαυρος, με αγριωπά μάτια, έτοιμος να ορμήσει επάνω στο μοναχό! Αλλά μια αόρατος δύναμις τον κρατούσε. Αυτός τρομοκρατημένος φεύγει· ο διάβολος ακολουθεί από πίσω, μέχρι την Αγία Άννα, μέχρι το κελλί του… Του λέει τότε ο διάβολος: «Ρε, καλόγερε, τι να σου κάνω, που από την ώρα που έφυγες, ο Γέροντας κάνει κομποσχοίνι για σένα; Ειδάλλως θα σε έπνιγα μέσα στη θάλασσα· στη θάλασσα θα σ’ έπνιγα!» Να τι κάνει η παρακοή.

Ενθυμούμαι, όταν ζούσε ο Γέροντας Νικηφόρος, τον κατέκρινα σε κάτι. Πήγα το βράδυ να κάνω προσευχή· βλέπω “ντουβάρι”, δεν μπορώ να προχωρήσω στην ευχή… Κύριε Ιησού… Κύριε Ιησού… δεν προχωράει! Κάπου έχω σφάλει, σκέπτομαι· κάπου έχω αμαρτήσει. Λοιπόν, την προηγουμένη ημέρα: πού πήγα, τι μίλησα, τι έπραξα; Το βρήκα είχα κατακρίνει τον Γέροντά μου!

Την άλλη ημέρα ήτανε Κυριακή και έπρεπε να λειτουργήσω. Τώρα τι να κάνω; Προσευχή: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με, που κατέκρινα τον Γέροντά μου· έσφαλα· ζητώ συγγνώμη». Τίποτε! «Καλά, για μένα δεν υπάρχει συγχώρησις; Δεν υπάρχει “ευλόγησον”; » Τίποτε! «Μα ο Πέτρος, Κύριε, σ’ αρνήθηκε τρεις φορές, και τον συγχώρεσες· εγώ δεν σ’ αρνήθηκα· κατέκρινα τον Γέροντά μου. Ε, τώρα βάζω κι εγώ μετάνοια· μετανόησα που κατέκρινα και ζητώ συγχώρεση». Τίποτε!…

Ξαναπιάνω το κομποσχοίνι· δεν προχωρεί η προσευχή! Άρχισα τα κλάματα· έβγαιναν τα δάκρυα ποτάμι. «Θεέ μου, Θεέ μου! δεν υπάρχει για μένα “ευλόγησον”; Ο Θεός του ελέους και της ευσπλαγχνίας είσαι· κι εμένα γιατί δεν με συγχωράς; Και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, όταν μετανόησε. τη συγχώρησες· και πολλούς αμαρτωλούς, τους συγχώρησες· και νεομάρτυρες που είχαν γίνει Τούρκοι, τους συγχώρησες και τους ελέησες. Για μένα δεν υπάρχει έλεος, δεν υπάρχει συγχώρησις;»

Τρεις ώρες πέρασαν έτσι· έκανα όλη την ακολουθία της Κυριακής με δάκρυα. Εις το τέλος βλέπω μία ειρήνη, μία γλυκύτητα, μία χαρά μέσα μου. Άρχισε να λέγεται η ευχή τότε. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με… Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…» Α…, εντάξει· και έτσι προχώρησα στη Λειτουργία.

Δεν είναι λοιπόν τόσον να κατακρίνεις έναν ξένο, όσον να κατακρίνεις τον Γέροντά σου! Αλλοίμονό σου! Κατακρίνεις τον ίδιο τον Θεό, να πούμε!

Μία φορά έφεραν ένα τσουβάλι με πατάτες, κάτω εις τον αρσανά μας. Έναν αρχάριο υποτακτικό που είχα (τώρα δεν είναι στη συνοδία μου) είπε ότι είναι κουρασμένος, και δεν θέλησε να πάει να το φέρει. Πήγα εγώ τότε κάτω, για να το φέρω. Όταν έφθασα κάτω, ήτο σταματημένο εκεί ένα κρις-κραφτ. Τους έκανα νόημα, και ήρθαν πιο κοντά μου οι δύο κύριοι που ήσαν μέσα. Ήσαν καθηγηταί Πανεπιστημίου. «Γέροντα», λέει ο ένας, «μήπως γνωρίζετε τον παπα-Εφραίμ,που μένει εκεί επάνω;» «Εγώ είμαι», απήντησα. Τότε εκείνος είπε: «Γέροντα, εσείς οι μοναχοί είσθε όντως μακάριοι, διότι εσείς ζείτε ακριβώς με συνέπεια τη χριστιανική ζωή».

Όταν επέστρεψα στο κελλί, λέω εις τον υποτακτικό το περιστατικό με τους καθηγητάς. Τότε λέει με πολλή αναίδεια: «Ναι, εδώ τους διώχνεις, όταν έρχονται· κάτω όμως, μόλις κατεβαίνεις μόνος σου, τους προσκαλείς». «Τι να κάνω, παιδί μου, έτσι ήλθε και ενήργησα την ώρα εκείνη. Τώρα ας πάμε, να κάνουμε κανένα κομποσχοίνι εις τα κελλιά μας. Ας κάνουμε μία ώρα κομποσχοίνι».

Όταν τελειώσαμε, έρχεται και με ερωτά: Πόσα κομποσχοίνια έκανες;» «Τόσα», απήντησα. «Σε μια ώρα μόνον τόσα έκανες; Εγώ έκανα περισσότερα, και μπορούσα να κάνω κι ακόμη περισσότερα». Τα έλεγε δε αυτά με αναίδεια και θράσος. Δεν μίλησα καθόλου· πήγα στενοχωρημένος εις το κελλί μου· και μόνο που δεν έκλαιγα για τη συμπεριφορά αυτού του παιδιού.

Πήγε ο υποτακτικός μου να κοιμηθεί· πού όμως να κοιμηθεί· έντονη δαιμονική ενέργεια. Έρχεται καταφοβισμένος εις το κελλί μου και μου λέει: «Γέροντα, αυτό και αυτό μου συμβαίνει· σώσε με». Τότε του είπα: «Αυτό συμβαίνει όταν κανείς συμπεριφέρεται άσχημα εις τον Γέροντα και τον λυπεί». Του διάβασα τότε μια ευχή και του έφυγαν όλα, όλη η δαιμονική ενέργεια. Κατόπιν πήγε και κοιμήθηκε ήσυχος.

Μετά από χρόνια έρχεται η διακριτική υπακοή, αλλά εσείς σ’ αυτήν την ηλικία που είσαστε, όλοι να έχετε τυφλή υπακοή. Είδες τι λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; Ότι πήγε ο Γέροντας σ’ έναν αρχάριο. Πήγε και σε έναν άλλον που είχε δέκα-δεκαπέντε χρόνια καλόγερος. Λέει εις τον αρχάριον:

-Τραγούδησε.

-Νά’ναι ευλογημένο· τραγουδάω.

-Τραγούδησε, λέει και στον δεύτερο.

-Ευλόγησον, απαντά αυτός.

Και οι δύο κάνανε καλά. Δεν θεωρείται παρακοή αυτό που έκανε ο δεύτερος καλόγερος στον Γέροντα. Στον πρώτο θα ήτο παρακοή αν τό’κανε, διότι ακόμη είναι δόκιμος. Πρέπει να περάσεις από τον τροχόν· από τον δρόμον της αδιακρίτου υπακοής. Τίποτες· να είναι ευλογημένον.

Όταν περάσουν δέκα-δεκαπέντε χρόνια, τότε έρχεται η διακριτική υπακοή. Αυτή είναι απόρροια της αδιακρίτου υπακοής.

Κάποτε είδα υποτακτικόν τινά, να συμβουλεύει έτερον μπροστά στον Γέροντα. Τι ασέβεια, αλήθεια!

Αν προσέξεις, ο Χριστός πρώτα προσεύχεται στον Πατέρα και ύστερα προβαίνει σε θαυματουργία.

Ο όσιος Παρθένιος έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου.

Καταγόταν από Κωμόπολη της Βιθυνίας και είναι ένας από τους κορυφαίους αλλά “άγνωστους” στους περισσότερους από εμάς. Στην σελίδα με τους βίους των Αγίων θα βρείτε περισσότερα…

Εδώ κάνω τα πρώτα μου βήματα σε αυτόν τον χώρο.

Από ανάγκη επικοινωνίας.

Μακάρι αυτό το ταξίδι μου να διαρκέσει και να έχει αποτελέσματα!